Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

16 Αυγούστου : Ανάμνηση της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου εκ της Εδεσσηνών πόλεως εις την Βασιλίδα

Η μεταφορά του Αγίου Μανδηλίου από την Έδεσσα στην Κωνσταντινούπολη το 944.
 Ο αυτοκράτορας υποδέχεται την αχειροποίητη εικόνα και ασπάζεται την μορφή του Χριστού.
 Μικρογραφία από εικονογραφημένο χειρόγραφο του 12ου αιώνα
του έργου "Σύνοψις Ιστοριών" του χρονογράφου Ιωάννη Σκυλίτζη.

Απολυτίκιο. Ήχος β’.
Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν, των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας σαρκί, ανελθείν εν τω Σταυρώ, ίνα ρύση ους έπλασας, εκ της δουλείας του εχθρού, όθεν ευχαρίστως βοώμέν σοι. Χαράς επλήρωσας τα πάντα, ο Σωτήρ ημών, παραγενόμενος εις το σώσαι τον κόσμον.



Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ εἰκόνες ἀποτελοῦν ἕνα ἀδιάσπαστο στοιχεῖο τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου ἀμέσως μὲ τὴν ἔναρξή του, ἐκφράζεται ἐπίσης στὴν παράδοση, ἡ ὁποία βεβαιώνει ὅτι ἡ πρώτη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του στὴ γῆ. Στὴ Δύση, αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἐκαλεῖτο «τὸ Ἅγιο Μανδήλιο». Στὴν Ἀνατολὴ καλεῖται «Ἀχειροποίητος», ἡ εἰκόνα ποὺ δὲν ἔγινε ἀπὸ χέρι ἄνθρωπου. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν παράδοση, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔστειλε τὴν εἰκόνα Του στὸν Ἄβγαρο τὸν Ε' Ukhama, πρίγκηπα τῆς Ὀσροηνῆς, μιᾶς μικρῆς χώρας ἀνάμεσα στὸν Τίγρη καὶ τὸν Εὐφράτη, ποὺ βρισκόταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνάμεσα στὴ Ρωμαϊκὴ καὶ τὴν Παρθικὴ αὐτοκρατορία. Πρωτεύουσά της ἦταν ἡ πόλη Ἐδεσσα, ἡ σημερινὴ Orfu ἤ Rogais. Πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὸ χρονικό της πόλης αὐτῆς ἀναφέρει τὴν ὕπαρξη Χριστιανικοῦ ναοῦ ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ἀρχαῖος τὸ ἔτος 201 ὅταν καταστράφηκε ἀπὸ πλημμύρα. Τὸ βασίλειο τῆς Ἔδεσσας ἦταν ἡ πρώτη πολιτεία στὸν κόσμο ποὺ ἔγινε Χριστιανικὴ πολιτεία (μεταξὺ 170 καὶ 214, ὑπὸ τὴν ἡγεμονία τοῦ Ἀβγάρου τοῦ Θ').


Ἡ ἱστορία τῆς πρώτης εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ἐπιβεβαιοῦται, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς λειτουργικῆς ἀκολουθίας πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου (16 Αὐγούστου). Ἐδῶ, γιὰ παράδειγμα, ὑπάρχει ἕνα στιχηρὸ στὸν πλάγιο τέταρτο ἦχο ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό: «Ἀφοῦ ἀπεικόνισες τὴν πάναγνή σου μορφή, τὴν ἔστειλες στὸν πιστὸ Ἄβγαρο ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ Σὲ δεῖ, Ἐσένα ποὺ κατὰ τὴ θεότητά Σου εἶσαι ἀόρατος στὰ Χερουβείμ».

Ἕνα ἄλλο στιχηρὸ ἀπὸ τὸν Ὄρθρο στὸν τέταρτο ἦχο λέγει:
«Ἔστειλες ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ τὸ θεῖο Σου χέρι στὸν Ἄβγαρο, ποὺ εἶχε ζητήσει τὴ σωτηρία καὶ τὴν ὑγεία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ θείου Σου προσώπου».

Μιὰ πιὸ λεπτομερὴς διήγηση τῆς ἱστορίας ὑπάρχει στὸ Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου. Μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἀκολούθως:— Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἔδεσσας, Ἄβγαρος, ἦταν λεπρός. Ἄκουσε γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔστειλε πρὸς Αὐτὸν τὸν ἀρχειοφύλακά του, Ἀνανία, μὲ ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα νὰ τὸν θεραπεύσει. Ὁ Ἀνανίας ἦταν ζωγράφος, γι’ αὐτὸ ὁ Ἄβγαρος τὸν ἐπιφόρτισε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει. Ὁ Ἀνανίας βρῆκε τὸ Χριστὸ περιστοιχισμένο ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Γι’ αὐτὸ ἀνέβηκε σ’ ἕνα βράχο ἀπὸ ὅπου μποροῦσε νὰ τὸν βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε νὰ φτιάξει ἕνα πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε «ἐξ αἰτίας τῆς ἀπερίγραπτης δόξας τοῦ προσώπου Του, τὸ ὁποῖο ἄλλαζε διὰ τῆς χάριτος». Βλέποντας ὅτι ὁ Ἀνανίας ἤθελε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο Του, ὁ Χριστὸς ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε τὸ πρόσωπο Τοῦ σ’ ἕνα κομμάτι λινὸ ὕφασμα, καὶ τὰ χαρακτηριστικά του ἔμειναν ἀποτυπωμένα σ’ αὐτὸ τὸ λινὸ ὕφασμα. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἐπίσης γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Μανδήλιον. ( Ἡ Ἑλληνικὴ λέξη μανδήλιον προέρχεται ἀπὸ τὴ σημιτικὴ λέξη mindil). Ὁ Χριστὸς τὸ ἔδωσε στὸν Ἀνανία, καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸ πάρει, μὲ μία ἐπιστολή, στὸ πρόσωπο ποὺ τὸν εἶχε στείλει. Στὴν ἐπιστολή, ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, ἐπειδὴ εἶχε μιὰ ἀποστολὴ νὰ ἐκπληρώσει. Ὑπόσχετο στὸν Ἄβγαρο ὅτι, ὅταν θὰ ἐκπληρώνετο αὐτὴ ἡ ἀποστολή, θὰ ἔστελλε ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του πρὸς αὐτόν.

Ὅταν ὁ Ἄβγαρος πῆρε τὸ πορτραῖτο, θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του, ἀλλὰ ἔμειναν στὸ πρόσωπό του ἀρκετὰ σημάδια. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη, ὁ ἀπόστολος Ἅγιος Θαδδαῖος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, πῆγε στὴν Ἔδεσσα καὶ θεράπευσε τὸ βασιληὰ πλήρως προσηλυτίζοντάς τον στὸ Χριστιανισμό. Πάνω στὸ θαυματουργὸ πορτραῖτο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἄβγαρος ἔγραψε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὢ Χριστὲ Θεέ, αὐτὸς ποὺ ἐλπίζει σὲ Σένα δὲν θὰ πεθάνει.» Ἀφαίρεσε ἕνα εἴδωλο ἀπὸ τὸ κοίλωμά του πάνω ἀπὸ μία πύλη τῆς πόλης καὶ τὸ ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἁγία εἰκόνα. Ὁ Ἄβγαρος ἔκανε πολλὰ γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλὰ ὁ δισέγγονός του ἐπέστρεψε στὴν εἰδωλολατρεία καὶ ἤθελε νὰ καταστρέψει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης τὴν ἐντείχισε στὸ κοίλωμα ἀφοῦ προηγουμένως τοποθέτησε μία ἀναμμένη κανδήλα μπροστά της. Ἔτσι ἡ εἰκόνα διασώθηκε.

Πρὶν τὸν πέμπτο αἰώνα, οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς δὲν κάμνουν καμιὰ ἀναφορὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Μανδηλίου. Ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται ἀναφορὰ σ’ αὐτὸ εἶναι στὸν πέμπτο αἰώνα, σ’ ἕνα κείμενο γνωστὸ σὰν «Τὸ Δόγμα τοῦ Addai». Ὁ Addai ἦτο ἐπίσκοπος τῆς Ἔδεσσας (†541) πού, στὸ ἔργο του (ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι αὐθεντικό), ἀναμφίβολα χρησιμοποίησε εἴτε κάποια τοπικὴ παράδοση εἴτε κείμενα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε.

Ὁ πιὸ παλαιὸς ἀδιαμφισβήτητος συγγραφέας ποὺ ἀναφέρει τὴν εἰκόνα ποὺ στάληκε στὸν Ἄβγαρο εἶναι ὁ Εὐάγριος (ἕκτος αἰώνας)· στὸ ἔργο του « Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» (1) ὀνομάζει τὸ πορτραῖτο «ἡ εἰκόνα ποὺ κατασκευάσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ» «Θεότευχτος εἰκών». Ἐν πάσει περιπτώσει, ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα ἐπανεμφανίσθηκε τὸ 544 ἡ 545, Ὅταν ὁ Πέρσης βασιληᾶς Χοσρόης πολιόρκησε τὴν Ἔδεσσα. Ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος δι’ ὁράματος ἀνακάλυψε τὸ μέρος τοῦ κοιλώματος ὅπου εἶχε κρυβεῖ ἡ εἰκόνα. Τὴν ἀπεκάλυψε καὶ εἶδε τὴν κανδήλα νὰ καίει ἀκόμη μπροστά της. Μὲ τὴ χάρη τῆς εἰκόνας, ἡ πόλη σώθηκε. Ἡ εἰκόνα ὄχι μόνο ἦταν ἀνέπαφη, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης ἐκτυπωθεῖ στὴν ἐσωτερικὴ πλευρὰ τῆς πλάκας ποὺ τὴν ἀπέκρυβε.

Σὲ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἐμφανίσθησαν δύο διαφορετικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου μιὰ ὅπου τὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα παριστάνεται σ’ ἕνα κομμάτι λινοῦ ὑφάσματος, καὶ μία ἄλλη ὅπου τὸ Ἅγιο Πρόσωπο παριστάνεται σὰν νὰ ἦταν ἀποτυπωμένο πάνω σὲ κεραμίδι, κεράμιον. Ἡ ἀρχικὴ εἰκόνα, δηλ. τὸ λινὸ ὕφασμα πάνω στὸ ὁποῖο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἀποτυπώθηκε, διατηρήθηκε στὴν Ἔδεσσα γιὰ πολὺ καιρὸ σὰν ὁ πιὸ πολύτιμος θησαυρὸς τῆς πόλης. Τὸ 630 οἱ Ἄραβες κατέλαβαν τὴν Ἔδεσσα ἀλλὰ δὲν ἀπαγόρευσαν τὴν προσκύνηση τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τὸ ὁποῖο ἦτο πολὺ γνωστὸ στὴ Δύση καὶ πρὸς τιμὴ τοῦ ὁποίου, τὸν ὄγδοο αἰώνα, οἱ Χριστιανοὶ σὲ πολλὲς χῶρες καθιέρωσαν ἑορτή, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐδεσσας. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα, καὶ τὸ 787 οἱ Πατέρες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν πολλὲς φορές. Ὁ Λέων, ἀναγνώστης στὸν καθεδρικό τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ ἦταν παρὼν στὴν Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διηγεῖται πὼς ὁ ἴδιος προσκύνησε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἐδεσσα. (2)

Τὸ 944 οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος καὶ Ρωμανὸς ὁ Α' ἀγόρασαν τὴν ἁγία εἰκόνα ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα ἀντὶ 200 Σαρακηνῶν αἰχμαλώτων καὶ 12.000 ἀργυρῶν δηναρίων καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα οὐδέποτε θὰ ἐνοχλοῦσαν τὴν Ἔδεσσα καὶ τὶς γύρω περιοχές. Ἀκολούθησε λαϊκὴ ἐξέγερση. Ἐν τούτοις τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μεταφέρθηκε μὲ πομπὴ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς Παρθένου τοῦ Φάρου. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος τὴν ἐξύμνησε σὲ κήρυγμά του σὰν τὴν προστάτιδα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ λειτουργία τῆς ἑορτῆς ποὺ πανηγυρίζουμε στὶς 16 Αὐγούστου, δηλ. τῆς μεταφορᾶς τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου στὴν Κωνσταντινούπολη, πιθανὸ νὰ χρονολογεῖται, τουλάχιστο ἐν μέρει, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.

Γιὰ τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸ κεραμίδι, ξέρουμε μόνο ὅτι βρέθηκε στὴν Ἱεράπολη (Mabbug) στὴ Συρία. Ὁ Αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς (963-969), ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Ρωμανου τοῦ Α', κατὰ τὴν ἐκστρατεία τῶν στρατευμάτων του στὴ Συρία (τὸ 965 ἡ τὸ 968) μετάφερε τὴν εἰκόνα αὐτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ τὴ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, τὰ ἴχνη τῶν δύο εἰκόνων χάνονται. Εἰκάζεται ὅτι οἱ Σταυροφόροι μετάφεραν τὸ Ἅγιο Μανδήλιο στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, μερικοὶ λένε στὸ Παρίσι, ἄλλοι στὴ Ρώμη. Τίποτε τὸ συγκεκριμένο δὲν εἶναι γνωστό. (3)

Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, βεβαίως, ἀντιγράφτηκε πολλὲς φορές. Μερικοὶ αὐτόπτες μιλοῦν γιὰ ἕνα ἀντίγραφο ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Περσίας. Μέχρι πρόσφατα ἐπιστεύετο ὅτι οἱ παλαιότερες σωζόμενες ἀναπαραστάσεις ἦσαν μερικὲς μικρογραφίες τοῦ ἑνδέκατου αἰώνα καὶ νωπογραφίες τοῦ δωδέκατου αἰώνα (ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος τῆς Νερεδίτσας). (4) Ἀλλὰ πρόσφατα στὴ Γεωργία ἀνακαλύφθηκε μία ἐγκαυστικὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν ἕκτο ἤ τὸν ἕβδομο αἰώνα, δηλ. ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα ἦταν ἀκόμη στὴν Ἐδεσσα. (5)

Ἀπὸ τὸν ἔνατο αἰώνα παραμένει μία ἐνδιαφέρουσα εἰκόνα φτιαγμένη σὲ τέσσερα τμήματα ποὺ τώρα βρίσκονται στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Ὄρος Σινᾶ. Τὸ ἄνω τμῆμα τῆς εἰκόνας παριστάνει, στὴ μία πλευρά, τὸν Ἀπόστολο Θαδδαῖο καί, στὴν ἄλλη πλευρά, τὸν βασιληὰ Ἄβγαρο νὰ παίρνει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἀνανία τὸ λινὸ μὲ τὴν Ἁγία Μορφή. (6)

Στὴ Γαλλία ὑπάρχει μία περίφημη εἰκόνα τῆς Ἁγίας Μορφῆς ποὺ τώρα φυλάσσεται στὸ ἱεροφυλάκιο τοῦ Καθεδρικοῦ της Lyon. Στάληκε ἀπὸ τὴ Ρώμη στὴ Γαλλία τὸ δέκατο τρίτο αἰώνα (1249) ἀπὸ τὸν Ἰάκωβο Πανταλέοντα Τρικασσινό, ἰδιαίτερο ἱερέα τοῦ Πάπα Ἰννοκέντιου Δ' καὶ τοῦ μετέπειτα Πάπα Οὐρβανοῦ Δ', πρὸς τὴν ἀδελφή του, ἡγουμένη τῆς μονῆς τῶν Κιστερσιανῶν τῶν Monasteriolum, (Montreni! - les Dames) ἐπισκοπὴ τῆς Lyon). Εἰκάζεται ὅτι αὐτὴ ἡ εἰκόνα εἶναι βαλκανικῆς προέλευσης, πιθανὸν Σερβικῆς, καὶ χρονολογεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ δωδέκατου αἰώνα.

Ἀλλὰ τὸ Μεσαίωνα ὑπῆρχε ἀκόμα μία εἰκόνα τῆς Ἁγίας Μορφῆς, ποὺ ἐκαλειτο Βερενίκη ("Veronike", vera icon). Εἰκάζεται ὅτι στάληκε σὰν δῶρο στὸν Πάπα Κελεστῖνο Γ' ἀπὸ τὸ μέγα ἡγεμόνα τῆς Σερβίας, Στέφανο Β' Νεμάνια (1151 -1195). Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἐτιμᾶτο ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ Δύση. Διοργανώνοντο προσκυνήματα, καὶ οἱ προσκυνητές, ὅταν ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὴ Ρώμη ἔφεραν στὰ καπέλα τους τὰ Ρωμαϊκὰ ἐμβλήματα, δύο κλειδιὰ καὶ τὸ ὁμοίωμα τῆς Ἁγίας Μορφῆς. Μιὰ εἰδικὴ προσευχὴ ποὺ ἀποδίδεται στὸν Πάπα Ἰννοκέντιο Γ' γράφτηκε πρὸς τιμή της. Στὶς ἀρχὲς τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα, ἕνα βιβλίο Ψαλμῶν τοῦ Arras ἐπιβεβαίωνε ὅτι ἕνας κέρδιζε ἄφεση ἁμαρτιῶν σαράντα ἡμερῶν ἐὰν ἀπάγγελλε αὐτὴ τὴν προσευχὴ (“chi apres commence lorison du veronike. Et quicunkes Ie dit, il a XL jours de pardon de par l'apostiole” 7 δηλ. τὴ συγχώρεση τοῦ Πάπα, προστάτη τῆς «Βερενίκης» καὶ χορηγοῦ τῆς ἄφεσης τὴν ὁποία ἐδικαιοῦτο ἕνας γιὰ τὸ σεβασμὸ πρὸς αὐτὴ τὴ διακεκριμένη εἰκόνα). Γράφτηκαν δύο ἀντίφωνα πρὸς τιμὴ αὐτῆς τῆς εἰκόνας, ἕνα τὸ δέκατο τρίτο αἰώνα καὶ τὸ ἄλλο τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα. Τὸ 1527 αὐτὴ ἡ εἰκόνα κλάπηκε καὶ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ Ἰσπανοὺς στρατιῶτες τοῦ Καρόλου Ε'.

Τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ὅταν δημιουργήθηκε ἡ ἱστορία τῆς Ἁγίας Βερενίκης, ἀντικαταστάθηκε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης ἀπὸ τὴν παράσταση τῆς Ἁγίας Βερενίκης νὰ κρατᾶ τὸ λινὸ πανὶ πάνω στὸ ὁποῖο ἀποτυπώθηκε ἡ Ἁγία Μορφή. Ἡ ἱστορία τῆς Ἁγ. Βερενίκης ἔχει πολλὲς παραλλαγές. Ἡ πιὸ σπουδαία εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀναπαριστάνεται στὴν «πορεία τοῦ σταυροῦ» ποὺ συνεστήθη ἀπὸ τοὺς φραγκισκανοὺς (Τέταρτος Σταθμός): Ὅταν ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖτο στὸ Γολγοθᾶ, μιὰ γυναίκα ποὺ ὀνομάζετο Βερενίκη σκούπισε τὸν ἱδρώτα Του μὲ ἕνα κομμάτι λινὸ πανὶ στὸ ὁποῖο παρέμεινε ἀποτυπωμένη ἡ μορφή Του.»
Ἡ μελέτη τῆς λειτουργικῆς ἀκολουθίας πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου παρέχει πλούσιες πληροφορίες γιὰ τὴ σημασία τῆς εἰκόνας στὴ μεσαιωνικὴ Ἐκκλησία. Ἡ πανήγυρις καλεῖται «ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα στὴν πόλη τοῦ Κωνσταντίνου τῆς ἀχειροποίητης εἰκόνας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς εἰκόνας ποὺ καλεῖται τὸ «Ἅγιο Μανδήλιο». Ἡ ἱερουργία, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἡμέρας δὲν περιορίζεται στὴν ἁπλὴ ἀνάμνηση τῆς μεταφορᾶς τῆς εἰκόνας ἀπὸ ἕνα μέρος σὲ ἄλλο. Τὸ βασικὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ δογματικὴ θεμελίωση τοῦ σεβασμοῦ τῶν εἰκόνων.

Ἡ εἰκόνα ἡ «ἀχειροποίητος» εἶναι πρωτίστως ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ σαρκωθεὶς Λόγος ἀποκαλυφθεὶς διὰ «τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ» (Ἰωάν. 2:21). Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ μία ἀδιάψευστη μαρτυρία τῆς θείας ἐνσαρκώσεως. Δὲν εἶναι μία εἰκόνα ποὺ δημιουργήθηκε σύμφωνα μὲ μιὰ ἀνθρώπινη ἐπινόηση· ἀντιπροσωπεύει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ προέρχεται, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀπὸ μία ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸ πρόσωπά Του. Εἶναι αὐτὴ τὴν πρώτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου.

Ὅπως ἔχουμε δεῖ, τὰ στιχηρὰ ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω μαζὶ μὲ ἄλλα λειτουργικὰ κείμενα τονίζουν τὴν ἱστορικὴ προέλευση τῆς εἰκόνας. Ὅπως πάντοτε, ἡ Ἐκκλησία μᾶς μεταφέρει πίσω στὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα, ὅπως ἀκριβῶς στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἡ Ἐκκλησία ὁμιλεῖ γιὰ τὴ Σταύρωση «ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου». Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀναφέρεται σὲ ἕνα «παγκόσμιο Χριστό», μιὰ προσωποποίηση τῆς αἰώνιας πνευματικῆς ζωῆς, οὔτε σὲ ἕνα ἀφηρημένο Χριστό, σύμβολο κάποιας μεγάλης ἰδέας. Ἀναφέρεται οὐσιαστικὰ σὲ ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο ποὺ ἔζησε σὲ ἕνα καθορισμένο μέρος, σὲ συγκεκριμένο χρόνο.

Σὲ ἕνα στιχηρὸ τῆς ἑορτῆς ἀκούομε τὸ ἑξῆς: «Ἀφοῦ ἔσωσε τὸν Ἀδάμ, ὁ Σωτήρ, ἀπερίγραπτος στὴν οὐσία Του, ἔζησε στὴ γῆ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ὁρατὸς καὶ διακριτὸς» (δεύτερο στιχηρὸ τοῦ πρώτου ἤχου κατὰ τὸ μικρὸ Ἑσπερινό).

Τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῆς ἡμέρας ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴ μελέτη μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα ἀποκαλύπτουν τὴ σημασία τοῦ γεγονότος ποὺ ἑορτάζεται. Δίδοντας ἔμφαση στὶς βιβλικὲς προεικονίσεις, ἐξυμνοῦν τὴν πραγμάτωσή τους στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ὑπογραμμίζουν τὴν ἐσχατολογική τους σημασία. Ἡ ἐκλογὴ τῶν κειμένων ἀποκαλύπτει ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἤδη ἔχουμε μάθει ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, δηλ. πῶς κατανοεῖ ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀπαγόρευση τῶν εἰκόνων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴ σημασία καὶ τὸ σκοπὸ τῆς εἰκόνας τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἔχουμε τὰ τρία ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Παροιμίαι): δύο εἶναι παρμένα ἀπὸ τὸ Δευτερονόμιο (4:6-7, 9-15 καὶ 5:1 -7, 9-10, 23-26,28,6:1-5,13,18) καὶ τὸ τελευταῖο εἶναι μία ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ Γ' Βασιλειῶν (Α' Βασιλειῶν στὴν Ἑβραϊκὴ Βίβλο), 8:22-23 καὶ 27-30. 9

Τὰ δύο πρῶτα ἀναγνώσματα μιλοῦν γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ νόμου στὸ λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὸ Ὄρος Χωρὴβ ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Περιούσιου Λαοῦ στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἡ σημασία τῶν ἀναγνωσμάτων μπορεῖ ἔτσι νὰ συνοψισθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καὶ νὰ τὴν κάνουν κτῆμα τους, εἶναι βασικὸ γιὰ τὸ λαὸ νὰ τηρεῖ τὸν ἀποκαλυφθέντα νόμο καὶ νὰ λατρεύει τὸ μόνο ἀληθινὸ Θεὸ μὲ μία ἀδιαίρετη λατρεία, χωρὶς καμιὰ σύγχυση μὲ τὴ λατρεία ἄλλων «θεῶν».

Ὑπενθυμίζουμε ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀναπαράσταση τοῦ ἀοράτου Θεοῦ: «Ἀκούσατε τὸν ἦχο τῶν λέξεων, ἀλλὰ δὲν εἴδατε μορφὴν ὑπῆρχε μόνο φωνὴ» καὶ «προσέχετε πολὺ διότι δὲν εἴδατε μορφή», κλπ. Ἑπομένως ὁ νόμος στὴν ὁλότητά του καὶ εἰδικὰ ἡ ἀπαγόρευση τῆς λατρείας ἄλλων «θεῶν» καὶ τῆς κατασκευῆς εἰκόνων ἀποτελεῖ ἀπαράβατο ὅρο γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Καὶ βέβαια ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας εἶναι μία προεικόνιση• εἶναι μία ἀπεικόνιση τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Τὸ τρίτο ἀνάγνωσμα εἶναι ἐπίσης μία προεικόνιση τῆς ἀποκάλυψης τῆς Καινῆς Διαθήκης. Περιλαμβάνει τὴν προσευχὴ τοῦ Σολομῶντος στὸν καθαγιασμὸ τοῦ ναοῦ ποῦ εἶχε κτίσει: «Μὰ ἀλήθεια ὁ Θεὸς θὰ κατοικήσει στὴ Γῆ;» ἐρωτᾶ ὁ Σολομῶν. «Ἰδού, ὁ οὐρανός, καὶ ὁ πιὸ ψηλὸς οὐρανὸς δὲν μπορεῖ νὰ Σὲ περιλάβει· πολὺ λιγότερο αὐτὸς ὁ οἶκος ποὺ ἐγὼ ἔχω κτίσει!» Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ὑπαινιγμοὺς στὸ μελλοντικὸ ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, στὴ συμμετοχή του στὴν πορεία τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, στὴν παρουσία σ’ ἕνα γήϊνο ναό, κτισμένο ἀπὸ ἄνθρωπο, τοῦ Ἑνὸς γιὰ τὸν ὁποῖο «καὶ ὁ πιὸ ψηλὸς οὐρανὸς δὲν ἐπαρκεῖ».

Ἡ σημασία αὐτῶν τῶν ἀναγνωσμάτων ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται πληρέστερα ἀπὸ τὸ ἀνάγνωσμα τῆς Ἐπιστολῆς στὴ Λειτουργία (Κολ. 1:12-17): «Εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῶ καὶ πατρὶ τῷ ἰκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί, ὃς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους καὶ μετέστησεν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν, τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ὃς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως».

Ἔτσι, ὁλόκληρη ἡ ἐξέλιξη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ ὁποία προάσπισε τὴν ἁγνότητα τοῦ Περιούσιου Λαοῦ, ὁλόκληρη ἡ ἱερὴ ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, παρουσιάζεται σὰν μία μεσσιανικὴ διεργασία τῆς θείας Πρόνοιας, σὰν μία προπαρασκευὴ γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴ γῆ, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν προπαρασκευαστικὴ διεργασία, ἡ ἀπαγόρευση τῶν εἰκόνων ὁδηγεῖ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἑνὸς ποὺ ἦταν ἀόρατος, στὴν «εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸ Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Ὅπως ἀκούομε στὴν ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς: «Στοὺς χρόνους ποὺ προηγήθησαν, ὁ Μωϋσῆς μποροῦσε ἀμυδρὰ νὰ δεῖ τὰ ὀπίσθια τῆς θείας δόξας ἀλλὰ ὁ νέος Ἰσραὴλ τώρα Σὲ βλέπει καθαρὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο» (δεύτερο τροπάριο τῆς τετάρτης ὠδῆς τοῦ κανόνα).

Τελικά, ἂς ἐξετάσουμε τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τόσο στὸν Ὄρθρο ὅσο καὶ στὴ Λειτουργία (Λουκᾶ 9:51-56 καὶ 10:22-24).

« Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὰς ἡμέρας τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἐστήριξε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸ προσώπου αὐτοῦ· καὶ πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς κώμην Σαμαρειτῶν, ὥστε ἐτοιμᾶσαι αὐτῷ· καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἱερουσαλήμ. Ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶπον. Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε; στραφεὶς δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματος ἐστε ὑμεῖς• ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι· καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν κώμην. Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε• πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρὸς μου• καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τὶς ἐστιν ὁ πατήρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς κατ’ ἰδίαν εἶπε· μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν».

Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας στὴν Ἐπιστολὴ καὶ στὸ Εὐαγγέλιο ἀφ’ ἑνός, καὶ στὰ δύο πρῶτα ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀφ’ ἑτέρου, ἀντιτίθενται τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Τὸ κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγει:- «Δὲν εἴδατε μορφή». Στὸ Εὐαγγέλιο διαβάζουμε:-«Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε,» δηλ. «τὴν εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ», τὸ Χριστό. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ τὰ τελευταῖα λόγια του Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος ἀπευθύνονται μόνο στοὺς ἀποστόλους. Στὴν πραγματικότητα, ὄχι μόνο οἱ μαθητὲς ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν περιστοίχιζαν εἶδαν τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ. Ἀλλὰ μόνον οἱ ἀπόστολοι διάκριναν σ’ αὐτὸν τὸν υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου, κάτω ἀπὸ τὴ «μορφὴ τοῦ δούλου», τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, «τὴ λαμπρότητα τῆς δόξας τοῦ Πατρός».

Ὅπως ἔχουμε δεῖ, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐκλαμβάνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ Εὐαγγελίου σὰν τὴν ἀνάκληση τῆς βιβλικῆς ἀπαγόρευσης, τὴν ἀνάκληση ποὺ γιὰ μᾶς εἶναι ὁρατὴ ἔκφανση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ ποὺ λατρεύουμε. «Προηγουμένως ἐθεάθης ἀπὸ ἀνθρώπους» ἀκούομε σ’ ἕνα τροπάριο, «καὶ τώρα παρουσιάζεσαι μὲ τὴν ἀχειροποίητη εἰκόνα σου» (δεύτερο τροπάριο τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ κανόνα).

Τὸ πρῶτο ἀπόσπασμα τοῦ Εὐαγγελίου (Λουκᾶ 9:55-56) κάμνει σαφῆ διάκριση μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ τοῦ κόσμου. Στὴν πραγματικότητα, δείχνει αὐτὸ ποὺ κάμνει τὴν Ἐκκλησία νὰ διαφέρει ἀπὸ τὸν κόσμο: τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς τρόπους ποὺ εἶναι μόνο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποὺ δὲν εἶναι τοῦ κόσμου. (Ἐνθυμοῦ ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορὰ ποὺ καθορίζει τοὺς τρόπους ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰδικώτερα τὴν τέχνη της). Ἀφ’ ἑνός, τὰ ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐξηγοῦν γιατί ἀπαγορεύονται οἱ εἰκόνες. Τὸ Εὐαγγέλιο ἀφ’ ἑτέρου ἀποκαλύπτει τὸ σκοπὸ τῆς εἰκόνας. Σημειῶστε ἐπίσης ὅτι αὐτὴ ἡ διαφορὰ στὸ πνεῦμα καὶ στοὺς τρόπους τῶν ἀποστόλων ἀπὸ ἐκείνους τοῦ κόσμου, ἀναφέρεται ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἀκριβῶς πρὶν τὴν εἴσοδό Του στὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἀρχίζοντας μὲ τὰ ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ προχωρώντας πρὸς τὰ ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, βλέπουμε μία ἐξελισσόμενη ἀποκάλυψη διὰ μέσου συμβολικῶν εἰκόνων: Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μία προπαρασκευὴ γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη· ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας εἶναι μιὰ ἀπεικόνιση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἡ πραγμάτωση αὐτῶν τῶν προπαρασκευαστικῶν προεικονίσεων.

Ἀλλ’ ὅμως ἡ ἴδια ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν εἶναι ὁ τελικὸς σκοπός: Εἶναι ἀκόμη ἕνα βῆμα πρὸς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ ὁμολογία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας Του ἦσαν βασικὲς προϋποθέσεις γιὰ νὰ μπορέσει ὁ λαὸς νὰ εἰσέλθει στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καὶ νὰ τὴν κάμει κτῆμα του. Στὴ συνέχεια, στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς εἰκόνας Του, ἡ διακήρυξη τῆς πίστης μας σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, παίζει ἕνα ἀνάλογο ρόλο. Ἀποτελεῖ ἐπίσης μία προϋπόθεση γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν Ἐκκλησία, καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν οὐράνιο Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ τὸ χωρίον τοῦτο τοῦ Εὐαγγελίου διαβάζεται ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ.

Ὅσον ἀφορᾶ ἐμᾶς, εἶναι ἡ εἰκόνα Του ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν οὐράνιο Ἱερουσαλήμ. Ἕνας ὕμνος τῆς ἑορτῆς διακηρύττει: «Σὲ ὑμνοῦμε Ἐσένα ποὺ ἀγάπησες τὸν ἄνθρωπο, ἀτενίζοντας τὴν εἰκόνα τῆς φυσικῆς Σου μορφῆς. Δι’ αὐτῆς, βοήθησε τοὺς δούλους Σου, ὢ Σωτήρα, νὰ εἰσέλθουν στὴν Ἐδὲμ χωρὶς ἐμπόδια» (στιχηρὸ σὲ ἦχο πλάγιο δεύτερο). Ἔτσι, μὲ τὴν ἁπλὴ ἐπιλογὴ λειτουργικῶν ἀναγνωσμάτων, ἡ Ἐκκλησία ξετυλίγει μπροστὰ μας τὴν ἐντυπωσιακὴ ζωγραφιά, δείχνοντας τὴν ἀργὴ καὶ κοπιαστικὴ πορεία τοῦ πεσμένου κόσμου πρὸς τὴν ὑποσχεθεῖσα λύτρωση.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Ἐδεσσας, πρέπει νὰ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλες ἀπεικονίσεις τοῦ Χριστοῦ φτιαγμένες ἀπὸ πρόσωπα ποὺ τὸν εἶχαν δεῖ καὶ τὸν εἶχαν γνωρίσει. Αὐτὴ ἡ παράδοση ἐκφράζεται, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τῆς αἱμορροούσας γυναίκας. Αὐτὰ τὰ πορτραῖτα χρησίμευσαν σὰν πρότυπα γιὰ τὶς εἰκόνες ποὺ φτιάχτηκαν ἀργότερα. Πολὺ λίγες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀρχαῖες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἔχουν διασωθεῖ.

Γενικά, τὰ περισσότερα κειμήλια ἱερῆς τέχνης, εἰδικώτερα ἐκεῖνα τοῦ Ἀνατολικοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, καταστράφηκαν ἀπὸ τοὺς εἰκονοκλάστες, καί, ἀργότερα, ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους ἤ ἁπλῶς ἀπὸ τὸ χρόνο. Παραμένουν, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, νωπογραφίες σὲ κατακόμβες, εἰδικὰ στὴ Ρώμη. Ὅπως ξέρουμε, αὐτὲς εἶναι ἄμεσες καὶ ὄχι συμβολικὲς παραστάσεις τοῦ Χριστοῦ. Πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀπεικονίσεις του στὶς κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Πραιτεξτάτου καὶ τοῦ Ἁγίου Καλλίστου ποὺ ἀνάγονται στὸ δεύτερο αἰώνα, εἶναι μέρος βιβλικῶν σκηνῶν. Κάποτε παριστάνεται σὰν γηραιότερος ἄνδρας, μὲ γένια, ὅπως στὴ σκηνὴ τῆς Σαμαρείτιδας γυναίκας (κατακόμβη τοῦ Ἁγ. Πραιτεξτάτου). Κάποτε, ὅμως, εἶναι νέος καὶ χωρὶς γένια. Στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολουθοῦν, ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ συνεχῶς αὐξάνεται.

Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ αὐτὸ ποὺ μερικοὶ ἱστορικοὶ καλοῦν «διαφωνία» στὰ κείμενα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων καὶ τῶν Πατέρων ὅσον ἀφορᾶ τὴ φυσικὴ ὄψη —τὴν ὡραιότητα ἤ τὴν ἀσχήμια — τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ, ἂς τὴν καλέσουμε, συζήτηση ἄρχισε τὸ δεύτερο αἰώνα. Ἀνάμεσα στοὺς πατέρες καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, μερικοί, ὅπως ὁ Ἅγ. Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς, ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρείας, ὁ Τερτυλλιανός, ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καὶ ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἄσχημος. Βασίζουν τὸ ἐπιχείρημά τους στὴν ἰδέα τῆς «κενώσεως», τοῦ ἀδειάσματος, τῆς ταπείνωσης τοῦ Θεοῦ καὶ πάνω στὰ λόγια του Προφήτη Ἠσαΐα, «Δὲν εἶχε μορφὴ ἤ χάρη γιὰ νὰ τὸν κοιτάξουμε οὔτε καὶ ὡραιότητα γιὰ νὰ τὸν ἐπιθυμήσουμε» (Ἠσαΐα 53: 2-3). Αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς ἐξελάμβαναν τὰ λόγια του Παύλου «ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβὼν» (Φιλ. 2: 7-8) κατὰ γράμμα καὶ ἐπίστευαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει ἑλκυστικὴ φυσικὴ ὄψη.

Ἄλλοι Πατέρες, ὅπως ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἅγ. Ἱερώνυμος, καὶ ἐπίσης ὁ Ὠριγένης, πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν φυσικὰ πολὺ ὡραῖος. Βασίζουν τὴ γνώμη τους σὲ ἄλλες προφητεῖες, ὅπως τὸν Ψαλμὸ 44 (45) «ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Ὅσον ἀφορᾶ τὰ λόγια τοῦ Ἠσαΐα γιὰ ἔλλειψη ὡραιότητας στὸν ταπεινωμένο δοῦλο, τὰ ἐκλαμβάνουν ὅτι ἀναφέρονται στὸ Χριστὸ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Πάθους Του.

Τὰ ἴδια τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν συγγραφέων δείχνουν πὼς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει «διαφωνία» ἀνάμεσά τους σ’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ὁ κάθε ἕνας ἁπλῶς ἐξέφρασε τὴ γνώμη του πάνω στὸ θέμα, ἀλλὰ οὔτε ἕνας, νομίζω, δὲν ἔδωσε μεγάλη σημασία σ’ αὐτό. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πίστευαν στὴν ἀσχήμια τοῦ Χριστοῦ ζοῦσαν σ’ ἕνα εἰδωλολατρικὸ κόσμο καὶ ἦσαν, ἑπομένως μανιώδεις ἐχθροί τῆς ἀρχαίας ἰδέας τῆς ὡραιότητας. Ἕνας ἄσχημος Χριστὸς ἦταν ψυχολογικὰ πιὸ κατανοητὸς γι’ αὐτούς. Ἀφ’ ἑτέρου, οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πίστευαν στὴν ὡραιότητα τοῦ Χριστοῦ ἔζησαν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ ὡραιότητα τῆς ἀρχαιότητας ἐθεωρεῖτο λιγότερο προκλητικὴ γιὰ τὸ Χριστιανισμό.

Γι’ αὐτούς, ἡ ὡραιότητα δὲν ἦταν κατ’ ἀνάγκη εἰδωλολατρικὴ καὶ αἰσθησιακή. Θὰ μποροϋσε νὰ εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ὀμορφιᾶς. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό, ἀνάμεσα σὲ ἄλλους, φαίνεται νὰ λύει τὴν οὕτω καλούμενη «διαφωνία». Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ βασιληα Ἄβγαρου δὲν μποροῦσε νὰ κάμει τὸ πορτραῖτο τοῦ Χριστοῦ ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερφυσικῆς ἀκτινοβολίας τοῦ προσώπου Του. Ἔτσι τὸ πρόβλημα τῆς ὡραιότητάς Του ὑπερβαίνει τὴ συνηθισμένη σημασία τῆς λέξης: Εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς ὡραιότητας.

Αὐτὴ ἡ οὕτω καλούμενη διαφωνία χρησιμοποιεῖται κάποτε σὲ συζητήσεις γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀπουσία μιᾶς «αὐθεντικῆς εἰκόνας» τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα, κανένα ἐπιχείρημα βασισμένο πάνω στὶς κατηγορίες τῆς κοσμικῆς αἰσθητικῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδείξει ὁτιδήποτε. Κάποιος μπορεῖ νὰ βρεῖ τὸ Χριστό, ὅπως παριστάνεται σὲ μία εἰκόνα, ὡραῖο· κάποιος ἄλλος μπορεῖ νὰ τὸν βρεῖ ἄσχημο. Εἶναι ζήτημα ὑποκειμενικῆς προδιάθεσης, ποὺ ἐπιτρέπει σὲ κάποιο νὰ ἐκτιμήσει ἕνα πορτραῖτο τὸ ὁποῖο ἄλλοι δὲν μποροῦν νὰ ἐκτιμήσουν. Οἱ διισταμένες ἀπόψεις θὰ αὐξάνοντο, ἐὰν τὸ ἴδιο πρόσωπο ἀπεικονίζετο ἀπὸ διαφορετικοὺς ζωγράφους.

Μία ἄλλη ἐπίσης συμβολικὴ παράσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι δανεισμένη ἀπὸ τὴν ἀρχαία μυθολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄχι συχνὴ ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ σὰν Ὀρφέα, μὲ μία λύρα στὸ χέρι του καὶ περιτριγυρισμένου ἀπὸ ζῶα. Οἱ Χριστιανοὶ χρησιμοποίησαν αὐτὴ τὴν εἰκόνα σὰν ἕνα ἀκόμη τρόπο γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ὑπεροχὴ τῆς θείας διδασκαλίας. Ἀκριβῶς, ὅπως ὁ Ὀρφέας δάμαζε τὰ ἄγρια θηρία καὶ γοήτευε τὰ βουνὰ καὶ τὰ δένδρα μὲ τὴ λύρα του, ἔτσι ἐπίσης καὶ ὁ Χριστὸς προσέλκυε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ θεῖο Του λόγο καὶ δάμαζε τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως. Αὐτὸ τὸ σύμβολο χρησιμοποιεῖτο ἐπίσης πολὺ συχνὰ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τῆς Χριστιανικῆς ἀρχαιότητας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Κλήμη Ἀλεξανδρείας. Τέτοιες συμβολικὲς παραστάσεις τοῦ Κυρίου μας, ὅπως ἐπίσης καὶ σύμβολα δανεισμένα ἀπὸ τὸ ζωικὸ βασίλειο, ἔχασαν βαθμιαῖα τὴ σημασία τους καὶ ἑξαφανίσθησαν ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς 'Ἐκκλησίας.

Μετάφραση: Χρίστος 'Ἐλευθερίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου