Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Τό ἀνθρώπινο εἶδος ἐξελίσσεται, µεταλλάσσεται, ἤ ἁπλᾶ παρακµάζει;


Κάποια ἐρωτήµατα γιά τή ζωή καί τόν θάνατο,
ἐν ὄψει τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς.

Μέ τή θέα τοῦ Πάσχα πολύ κοντά, ἡ ἐποχή εἶναι ἡ πιό κατάλληλη γιά σκέψεις πάνω στή ζωή καί στόν θάνατο, ἀκόµη κι ἄν τόν ὑπόλοιπο καιρό αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ σκέψεις «θάβονται» στό ὑποσυνείδητό µας. Στόν προβληµατισµό µας αὐτόν βοηθοῦν καί τά πολλά ἐπιστηµονικά ἀνακοινωθέντα πού ἔχουν ἔρθει αὐτόν τόν καιρό στή δηµοσιότητα, κοµπάζοντας γιά τήν «πρόοδο» τῆς ἐπιστήµης. Ἔτσι, σκέψεις καί ἀναγνώσµατα δέν καταλήγουν πουθενά ἀλλοῦ, παρά σ’ ἕναν ἀτέλειωτο κατάλογο µέ ἐρωτηµατικά καί ἐκκρεµότητες στά ὁποῖα κανείς δέν µοιάζει διατεθειµένος νά µᾶς δώσει σαφεῖς καί πειστικές ἀπαντήσεις.
Κι ἄς κάνω ἀρχή ἀπό τή γέννηση τῆς ζωῆς. Νεώτερη ἰατρική ἀνακοί­νωση προειδοποιεῖ ὅτι τά ἔµβρυα πού συλλαµβάνονται µέ τεχνητή γονι-µο­ποίηση, ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς, θά ἔχουν τό DNA δύο µητέρων καί ἑνός πατέρα. Κι αὐτό –ὑποτίθεται– ὅτι προφυλάσσει ἀπό µελλοντικές ἀσθένειες τοῦ µιτοχονδριακοῦ DNA, τό ὁποῖο κληροδοτεῖται µόνο ἀπό τήν πλευρά τῆς µητέρας.
Δέν ἔφτανε, δηλαδή, πού ὁ –καλός ἤ κακός– µεταπτωτικός τρόπος γεννήσεως µεταφέρθηκε σ’ ἕνα ἐπιστηµονικό ἐργαστήριο καί µετατράπηκε ἀπό τή φυσική ἐρωτική πράξη σέ µία ἀλλόκοτη ἐργαστηριακή διαδικασία, ὅπου –σέ κάποιες περιπτώσεις– ἄλλος βάζει τά ὠάρια, ἄλλος τά σπερµατοζωάρια καί ἄλλος τή µήτρα. Τέλος πάντων, εἶχε κρατηθεῖ µέχρι τώρα ἡ γέννηση στόν ἕνα πατέρα καί µία µητέρα. Τώρα πάει κι αὐτό. Οἱ ἑπόµενες γενεές θά ἔχουν δυό µητέρες κι ἕναν πατέρα. Καί ρωτᾶµε:

Χρειάζεται νά εἶναι προφήτης κανείς γιά νά δεῖ τίς ἀλλοιώσεις πού προδιαγράφουν τό µέλλον τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους; Οἱ ἀνεξέλεγκτες κληρονοµικότητες πού θά ἐπιβαρύνουν τούς ἀνθρώπους πού θά ἔρχονται στόν κόσµο µ’ ἕναν ἀφύσικο τρόπο εἶναι ἁπλό πρᾶγµα; Εἶναι ἁπλό πρᾶγµα –ἀκόµη καί γιά ὅσους ἀπό ἐµᾶς ἔχουµε γεννηθεῖ µέ τόν φυσιολογικό τρόπο– ὁ ἔλεγχος τῆς σκιᾶς τῶν προγόνων µας πού ὑπάρχει µέσα µας εἴτε θέλουµε εἴτε δέν θέλουµε καί, πολλές φορές, βάζει σέ δοκιµασία τή θέλησή µας καί ἴσως καί αὐτές τίς ἐπιλογές µας, τραβῶντας µας πρός τίς ροπές τῶν προγόνων µας, ἰδίως ἄν ὁ χαρακτήρας µας εἶναι εὐεπηρέαστος;
Πῶς ἐξηγεῖται, στήν ἐποχή πού ἡ ψυχιατρική παίζει τόσο κυρίαρχο ρόλο στήν ἀντιµετώπιση τῆς καθηµερινότητας τῶν ἀνθρώπων, νά µήν µιλάει κανείς γιά τά ψυχολογικά προβλήµατα πού θά ἔχουν νά ἀν­τιµετωπίσουν ὁλόκληρες γενεές ἀνθρώπων µέ µή προβλεπόµενες συνέ­πειες;
Πῶς ἐξηγεῖται, ἀπ’ τή µία νά φοβόµαστε τήν ἀνεξέλεγκτη αὔξη­ση τοῦ πληθυσµοῦ τῆς γῆς, πού δέν µπορεῖ πιά νά θρέψει τά αὐξανόµενα ἑπτά δισεκατοµµύρια τῶν ἀνθρώπων, κι ἀπ’ τήν ἄλλη νά µᾶς πιάνει µανία νά γεννᾶµε καί νά γεννᾶµε παιδιά ἀκόµη κι ἄν δέν µποροῦµε, µέ τρόπους πού γίνονται ὁλοένα καί πιό ἀφύσικοι;
Ἔχουµε καταντήσει νά ἀνάγουµε τήν ψυχοσωµατική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος σέ ἁπλές ἠλεκτρικές κενώσεις. Πόσοι ἔχουν διαβάσει τόν Φρανκενστάϊν τῆς Mary Shelley; Τί ἦταν ὁ Φρανκενστάϊν; Ἕνας ἀφοσιω­µένος ἐπιστήµονας ὁ ὁποῖος πῆρε ἀνθρώπινα «ἀνταλλακτικά» ἀπό διάφορα πτώµατα, τά ἕνωσε µεταξύ τους καί κατάφερε µέ ἠλεκτρικές κενώσεις νά τούς δώσει ζωή. Καί ἔφτιαξε, ἔτσι, τό γνωστό τέρας πού ὅλοι ἀναφέρουµε συνεχῶς σάν παράδειγµα, ἀλλά κανείς µας δέν κάθεται νά σκεφτεῖ πόσο συµβιβασµένος εἶναι µέ τήν ἰδέα πού ἔχει συνηθίσει νά τήν ἀναφέρει σάν φρικιαστική!...
Καί, ἡ λέξη «ἀνταλλακτικά» µᾶς φέρνει στό δεύτερο µεγάλο κεφάλαιο τοῦ κύκλου τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Στόν θάνατο.
Μέ τό, θάνατο ἀσχολεῖται ἕνα νέο βιβλίο κάποιου Βρετανοῦ γιατροῦ ὀνόµατι Sam Parnia, ὁ ὁποῖος µετοίκισε στήν Ἀµερική πρίν ἀπό ὀκτώ χρόνια καί διευθύνει τό µεγαλύτερο κέντρο ἀνανήψεως (Centre for research on reviving the dead) πού βρίσκεται στό Long Island, New York. Τό βιβλίο αὐτό ὀνοµάζεται The Lazarus Effect, δηλαδή, τό φαινόµενο Λάζαρος. Αὐτός ὁ γιατρός ἰσχυρίζεται ὅτι µπορεῖ νά ἐπαναφέρει στή ζωή ἀκόµη καί ἀνθρώπους πού ἔχουν µείνει νεκροί µία καί µιάµιση ὥρα, ὅπως µία γυναίκα τήν ὁποία χρησιµοποιεῖ σάν παράδειγµα, πού ἔµεινε µιάµιση ὥρα νεκρή ἀπό ἀνακοπή. Ἡ µέθοδός του ἁπλοϊκά εἶναι ἡ ἑξῆς: τό «νεκρό» σῶµα ψύχεται γιά νά καθυστερήσει ὁ ἐκφυλισµός τῶν ἐγκεφαλικῶν κυττάρων καί µία συσκευή τοποθετεῖται στό µέτωπο τοῦ ἀνθρώπου καί µετράει τό ποσοστό τῆς ὀξυγόνωσης τοῦ ἐγκεφάλου. Ἕνας ἐν ζωῇ ἄνθρωπος ἔχει 60-80% ποσοστό. Ἐάν αὐτό τό ποσοστό µειωθεῖ κάτω ἀπό 30% ὁ ἄνθρωπος δέν ἐπανέρχεται. Ἐάν δέν ἔχει µειωθεῖ τόσο, τό σῶµα συνδέεται µέ ἕνα ἐξωσωµατικό µηχάνηµα ὀξυγονώσεως τοῦ αἵµατος, τό ὁποῖο ἀποκαθιστᾶ τό ὀξυγόνο πού χρειάζεται ὁ ἐγκέφαλος. Ὅλη, δηλαδή, ἡ «καίρια» διαδι­κασία, εἶναι αὐτό τό ψυκτικό µηχάνηµα τό ὁποῖο ἐµποδίζει τή φθορά τῶν ἐγκεφαλικῶν κυττάρων. Ἕνα τέτοιο µηχάνηµα θά ἀποκτήσουν σταδιακά ὅλες οἱ µονάδες ἐντατικῆς τῶν Ἀµερικανικῶν νοσοκοµείων.
Ὁ γιατρός συγγραφέας τοῦ βιβλίου ἔχει προβληµατιστεῖ πολύ πάνω στόν θάνατο καί τό πιό ἐντυπωσιακό εἶναι τό συµπέρασµα πού βγάζει ὅτι «ἡ συνείδηση, ἤ ψυχισµός, ἤ ψυχή» –δέν ξέρει πῶς νά τό ὀνοµάσει– «συνεχίζει νά ὑφίσταται τουλάχιστον γιά τίς πρῶτες ὧρες µετά τόν θάνατο!»
Τί τό παράξενο, θά µοῦ πεῖτε. Ἡ ἀνθρωπότητα θέλει νά νικήσει τό θάνατο µ’ ἕναν ἄλλον τρόπο, δικό της, ὄχι µέ τόν τρόπο πού τόν νίκησε ὁ Χριστός.
Πῶς ἐξηγεῖται, ὅµως, αὐτή ἡ συνειδητοποίηση τοῦ δεσµοῦ τῆς ἀνθρώ­πινης ψυχῆς –ἔστω κι ἄν δέν ξέρουν πῶς νά τήν ὀνοµάσουν– µέ τό σῶµα της, µέ τήν «ἀνταλλακτικοποίηση» –συγχωρεῖστε µου τή νέα λέξη– τοῦ σώµατος; Καί, ἄντε νά καταλάβω τό ὅτι ἡ σεξουαλική ἐπανάσταση ἔχει δηµιουργήσει στούς ἀνθρώπους τοῦ κόσµου ἕνα αἴσθηµα «κοινο­κτη­µοσύνης» τῶν σωµά­των. Ὅταν ἔχω µοιραστεῖ τό σῶµα µου µέ πέντε, δέκα, εἴκοσι, πενῆντα, ἑκατό καί βάλε ἀνθρώπους, τί θά µέ πειράξουν λίγοι παραπάνω; Ἴσα-ἴσα πού, τό ἀλτρουϊστικό παραµύθι ὅτι δίνω ζωή µέ τόν θάνατό µου, µειώνει καί τό µίσος πού ὑποβόσκει µέσα στόν ἄνθρωπο γιά τό σῶµα του πού τό ἔκανε κτῆµα τόσων πολλῶν.
Οἱ ἄνθρωποι ὅµως πού ἀτενίζουµε πρός τή Γέννηση, τό Θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πῶς εἶναι δυνατό νά ἐξοµοιωνόµαστε µ’ αὐτή τήν κατάσταση τοῦ κόσµου;
Πῶς ἐµεῖς ἀντιµετωπίζουµε τήν ἀποκλειστικότητα τῶν σωµάτων µας µέ τόση προχειρότητα καί ἀφέλεια –γιά νά µήν πῶ τίποτε βαρύτερο;
Θά µᾶς πείσουν ὅτι τό νά δώσουµε τό σῶµα µας γιά ἀνταλλακτικά εἶναι «πράξη ἀγάπης»; Καί τό σέξ εἶναι «πράξη ἀγάπης». Θά πηγαίνουµε λοιπόν µέ ὅποιον µας τό ζητήσει –καί ἴσως µᾶς ἀπειλήσει ὅτι θά αὐτοκτονήσει ἐξ αἰτίας µας– γιατί ἐµεῖς «ἀγαπᾶµε τούς πάντας ἐκτενῶς»; Τότε, γιατί ὁ ἀπ. Παῦλος δίνει τόση σηµασία στήν ἀποκλειστικότητα τῶν σωµάτων µας; Γιατί ἐπιµένει σέ τόσα σηµεῖα –πού δέν εἶναι τώρα ἡ θέση νά τά ἀναφέρω– γιά τή «σάρκα µία» τῶν συζύγων, γιά τό σῶµα πού δέν ἐξουσιάζει ὁ ἀνήρ ἀλλ’ ἡ γυνή, γιά τά «µέλη Χριστοῦ» πού δέν γίνονται «πόρνης µέλη», γιατί θέλει νά µᾶς τονίσει τόσο αὐτό τό µεγάλο θέµα τῆς µοναδικότητας, τῆς ἀποκλειστικότητας, τῆς ἱερότητας τοῦ ἀνθρώπινου σώµατος;
Κι ὅλ’ αὐτά γιατί; Γιά νά κερδίσουµε πέντε-δέκα χρόνια ζωῆς; Νά τήν κάνουµε τί; Κάποτε, ἡ θεία τοῦ πατρός Ἐπιφανίου µοῦ εἶχε πεῖ, ὅτι τόν εἶχε δεῖ νά κλαίει –ὅταν ἦταν ἀκόµη δεκαέξη ἐτῶν– καί τῆς εἶπε: πότε θά φύγω ἀπ’ αὐτή τήν ἄθλια ζωή καί θά πάω κοντά στό Χριστό µας; Φανταζόσαστε ὅτι θά ἔλεγε εὐχαριστῶ ὁ π. Ἐπιφάνιος στόν ἄν­θρωπο πού θά τόν κρατοῦσε µακριά ἀπ’ τήν ἀγάπη τῆς καρδιᾶς του γιά περισσότερα χρόνια, παρατείνοντάς του τή ζωή;
Ὅταν ἔχουµε µπροστά µας αὐτούς τούς ἀνθρώπους, µποροῦµε µέ τόση εὐκολία –ἔστω κι ἄν ἐµᾶς µᾶς ἀρέσει ἡ ζωή καί ἀπολαµβάνουµε τίς ἡδονές της– νά ἁρπάξουµε ξένα µέλη γιά νά ζήσουµε λίγο παρα­πάνω –καί ἄν; Καί τί θά τά κάνουµε τά παραπάνω χρόνια; Θά τά ἀξιο­­ποι­ήσουµε κατά τήν προτροπή τοῦ χολλυγουντιανοῦ ἰδανικοῦ, eat, pray, love? Θά ταξιδέψουµε σέ περισσότερα µέρη τῆς γῆς, θά γνωρίσουµε περισσότερους ἐρωτικούς συντρόφους, θά δοκιµάσουµε κι ἄλλα ἀσυνήθιστα φαγητά, θά γνωρίσουµε τήν ἐσωτερική «ἠρεµία» τῶν σύγχρονων καί πολυδιαφηµισµένων «πνευµατικῶν» τάσεων; Θά ζήσουµε τήν κάθε µέρα, τήν κάθε στιγµή ἔντονα, µπᾶς καί νικήσουµε αὐτόν τόν ἔρηµο τό φόβο τοῦ θανάτου πού δέν µᾶς ἀφήνει νά ἡσυχάσουµε;
Καί καλά νά µήν ντρεπόµαστε ἐµεῖς νά βάζουµε τόν ἑαυτό µας καί τίς ἀνάγκες του πάνω ἀπ’ ὅλους καί ὅλα. Καλά νά µήν καταλαβαίνουµε ἐµεῖς τίποτα γύρω ἀπ’ τήν ἀποκλειστικότητα τῶν σωµάτων καί τό µυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Νά µήν καταλαβαίνουν ὅµως καί µοναχοί –πού ὑποτίθεται ὅτι ζοῦν τήν ἀποκλειστικότητα τῆς ἕνωσης µέ τό Θεό– νά µήν καταλαβαίνουν καί ἄνθρωποι πού ὀνοµάζουν τούς ἑαυτούς τους πνευµατικούς πατέρες καί ἡγέτες; Ἄνθρωποι πού παρουσιάζονται χωρίς ντροπή καί ἀποκαλοῦν τόν ἑαυτό τους ἐκκλησία; Μέ ποιό δικαίωµα; Ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος ἔφθασε νά πεῖ µόνο: ὁ µή ὤν µετ’ ἐµοῦ οὐκ ἔστι µετά τῆς Ἀληθείας καί ἐκεῖ σταµάτησε. Δέν ἐκόµπασε ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ἡ ἐκκλησία. Πού ἦταν. Καί ἡ γλώσσα του καί ἡ φωνή του ἦταν ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀλλά δέν τό εἶπε. Ἐξάντλησε πρῶτα ὅλα τά λογικά καί θεολογικά ἐπιχειρήµατα πού ἔδιναν καί δίνουν ἀπαντήσεις καί στό µυαλό καί στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων καί µετά µίλησε µ’ αὐτόν τόν τρόπο, γιά τούς κακοπροαίρετους καί ἀπείθαρχους.
Καί τολµάει ἄνθρωπος µετά ἀπό τόν Μ. Βασίλειο νά καυχηθεῖ ὅτι εἶναι ἡ ἐκκλησία καί νά ἀπαιτεῖ νά τόν ἀκολουθήσουν οἱ ἄνθρωποι; Καί ποιοί ἄνθρωποι; Τό λογικό ποίµνιο τοῦ Χριστοῦ πού ἀντιµετωπίζονται µέ καταφρόνια ἀπ’ τούς πνευµατικούς –ὑποτίθεται– ἡγέτες του; Πού ἀντιµετωπίζονται οὔτε κἄν σάν ἄλογα πρόβατα, ἀλλά σάν “βλίτα” πού δέν ἔχουν κανέναν ἄλλο σκοπό ὑπάρξεως, ἀπό τό νά γεµίζουν τούς ναούς γιά νά ἔχουν ἀκροατήριο –πού δέν µπορεῖ νά τό σκάσει– οἱ αὐτάρεσκοι ὁµιλητές;
Μιλοῦν γιά ἀγάπη καί ὑπέρβαση καί παχειά λόγια ἄνθρωποι ἀνέρα­στοι καί παγεροί, πού δέν ξέρουν οὔτε πῶς νά χαµογελάσουν, οὔτε πῶς νά ποῦν µία λέξη παρηγοριᾶς, πού δέν ξέρουν πῶς νά χαϊδέψουν καί νά ἀγκαλιάσουν καί νά κλάψουν µαζί µέ κάποιον.
Μιλοῦν ἐν ὀνόµατι τοῦ Χριστοῦ ἄνθρωποι πού ὄχι µόνον δέν Τοῦ µοιάζουν, ἀλλά εἰρωνεύονται καί τούς ἀνθρώπους Του καί τούς διώκουν καί τούς κάνουν «ἀποσυναγώγους». Καί ἔχουν ἀπαίτηση νά γίνονται ἀκουστοί, γιατί κρατοῦν τά σύµβολα ἑνός ἀξιώµατος πού ἔπαψε πιά νά ἔχει ἀξία ἐξ αἰτίας τους…
Κι οἱ ταλαίπωροι σύγχρονοι ἄνθρωποι προσπαθοῦν νά τά βγάλουν πέρα «ὡς πρόβατα µή ἔχοντα ποιµένα», µπερδεµένοι καί κουρασµένοι. Κι ὡστόσο, τό µυστήριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου γλιστράει µέσα ἀπ’ τά χέρια µας.
                                                                           Νινέττα Βολουδάκη
                                                       «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀπρίλιος 2013
                                                                         Ἀρ. Τεύχους 128

Σηµ.: Ν. Β. δέχεται παρατηρήσεις καί σχόλια στό ninetta1.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου